Ο Ιδανικος σου κοσμος

«Δε περίμενα πως θα έφτανες ως εδώ.»

Περπάτησε αργά προς το μέρος του, καρφώνοντας τον με ένα βλέμμα παγερό. Άφησε το μαχαίρι να γλιστρήσει από τα χέρια. Το φονικό αντικείμενο έπεσε με ένα σιγανό ήχο, καθώς πλησίαζε το θύμα.

«Μη λες ψέματα. Εννοείται πως το περίμενες. Εσύ, ο Παντογνώστης Θεός… εννοείται πως το γνώριζες. Ή μήπως ήταν κι αυτό ένα ψέμα;»

Η κουλουριασμένη μορφή σηκώθηκε. Η κηλίδα του πορφυρού αίματος ερχόταν να σπάσει το απέραντο λευκό. Βρίσκονταν και οι δυο στο πουθενά, και αυτό φαινόταν τρομακτικό.

Ο Θεός δεν ήταν όπως τον περίμενε. Ήταν νέος, πολύ νέος, καμιά σχέση με όσα έλεγαν οι Γραφές γι’ αυτόν… επιπλέον, το σώμα του έμοιαζε σαν συμπαγής ενέργεια, στο χρώμα του θαμπού γαλάζιου, που έμοιαζε να τον περιτριγυρίζει σαν αύρα. Δεν είχε πρόσωπο, τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Η πληγή στο στέρνο του έμοιαζε να μη τον έχει επηρεάσει στο ελάχιστο. Αυτό το περίμενε, τουλάχιστον.

«Έφτασες ως εδώ για να με σκοτώσεις. Γιατί;»

«Δε ξέρεις;», ειρωνεύτηκε.

«Θέλω να το πεις εδώ, μπροστά μου. Να ακούσεις το λόγο να βγαίνει από τα ίδια σου τα χείλη.»

Δίστασε. Τι παιχνίδια έπαιζε; Δε μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Φοβόταν. Είχε φτάσει ως εδώ και το μόνο που ένιωθε ήταν απόλυτος, κρύος φόβος. Και τώρα, αντί να εξαφανιστεί, να γίνει στάχτη, ή οτιδήποτε… δεχόταν ερωτήσεις; Από Αυτόν που είχε όλες τις απαντήσεις;

«Γιατί», ξεκίνησε να λέει δειλά, σαν να μην ήθελε να ακούσει τη σκέψη να γίνεται ήχος, «μου πήρες ό,τι αγαπούσα. Γιατί έπρεπε να πεθάνει με αυτό τον τρόπο; Κι επιπλέον, γιατί έκανες τον κόσμο έτσι; Τόσο μίζερο, τόσο… κακό. Μας έκανες δυστυχισμένους, ενώ ισχυρίζεσαι πως μας αγαπάς! Που είναι, τέλος πάντων, η αγάπη σου;»

«Α, η αγάπη και ο πόνος της απώλειας… τα μεγαλύτερα κίνητρα για εκδίκηση, αν δε κάνω λάθος.»

«Τι εννοείς ‘αν δε κάνω λάθος’; Γιατί με κοροϊδεύεις; Έφτασα ως εδώ, δε μπορείς να…»

Το υψωμένο χέρι του Θεού έκοψε την υπόλοιπη φράση. Περίμενε υπομονετικά, καθώς ο Δημιουργός του κόσμου ετοιμαζόταν να μιλήσει.

«Πιστεύεις πολλά πράγματα για μένα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πιστεύεις πως ξέρω τι υπάρχει μέσα στο νου σας, πως σας έφτιαξα με κάποιο σκοπό, πως τιμωρώ το κακό κι επιβραβεύω το καλό… αλήθεια, τι νόημα έχουν όλα αυτά, μέσα στο άπειρο Σύμπαν που σας έβαλα;»

«Θες να πεις πως δεν έχουν;»

«Θες να πεις πως δε ξέρεις;», ήταν η απάντηση του Θεού.

«Εννοείται πως δε ξέρω! Πως θα μπορούσα να ξέρω; Οι απαντήσεις… εσύ τις έχεις όλες!»

«Και γιατί να σου τις δώσω εγώ; Δε σου έδωσα ένα λειτουργικό εγκέφαλο; Γιατί δε τον χρησιμοποιείς;»

Αυτή η απάντηση ήταν σαν τη σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. «Γιατί όσο και να στύβω το μυαλό μου, πάντα θα υπάρχει ακόμη μια απορία! Δε μπορείς απλά να μου δώσεις τις απαντήσεις που ζητώ μια ολόκληρη ζωή;»

«Δε μου κάνεις τις ερωτήσεις, ωστόσο.»

Αυτό το χαμόγελο, αυτός ο ήρεμος τόνος… τόσο ενοχλητικά, τόσο διαολεμένα ενοχλητικά….

«ΓΙΑΤΙ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ; ΓΙΑΤΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ; ΓΙΑΤΙ ΖΟΥΜΕ ΕΞ ΑΡΧΗΣ; ΤΙ ΝΟΗΜΑ ΕΧΟΥΝ ΟΛΑ ΑΥΤΑ; ΚΑΙ ΤΙ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΠΩΣ ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ;»

«Μάλιστα… θέλεις να τα μάθεις όλα, λοιπόν; Πολύ καλά… κάθισε και θα σου απαντήσω.»

Σάστισε. Πως μπορούσε να είναι τόσο ήρεμος, τώρα που δέχθηκε αυτό το πλήγμα; Πως μπορούσε να μιλά σαν να είχε απέναντί του έναν ίσο; Κάθισε στο λευκό τίποτα και ο Θεός κάθισε αντίκρυ.

«Έπρεπε να πεθάνει γιατί, όπως πολύ καλά ξέρεις, όλοι οι άνθρωποι, όλα τα ζώα, όλα τα φυτά, όλοι οι πλανήτες και τα άστρα θα πεθάνουν μια μέρα. Γιατί πρέπει να μάθετε πως δε μπορούν όλα να κρατούν, πως πρέπει να εκτιμάτε το ταξίδι. Ελπίζω να απάντησα στις δυο πρώτες ερωτήσεις σου.»

«Και τι…;», ξεκίνησε να λέει, αλλά ο Θεός συνέχισε ακάθεκτος.

«Ρωτάς τι νόημα έχουν όλα αυτά. Λες πως πέρασες όλη σου τη ζωή αναζητώντας αυτήν ακριβώς την απάντηση. Το νόημα είναι πολύ απλό, και μάλλον θα σε απογοητεύσει: είμαι μόνος.»

Αυτό ήταν κάτι που δε περίμενε να ακούσει. «Ο Θεός νιώθει μοναξιά;», ρώτησε δύσπιστα.

«Ναι, όπως κι εσύ. Είναι, πιστεύεις, εύκολο να είναι κανείς μόνος; Να μην έχει κανένα να μοιραστεί τις σκέψεις του, το είναι του; Εσείς το έχετε αυτό… και το εκτιμάτε, ή το διαλύετε. Καθείς με την κρίση του. Εγώ, δε το είχα. Δε μπορείς να συλλάβεις πόσο μεγάλο είναι το Τίποτα. Δεν έχεις τίποτα, ένα χάος σκέψεων, εικόνων από πράγματα που δεν υπάρχουν, ήχοι που ποτέ δεν ακούστηκαν… μα το χειρότερο απ’ όλα: τίποτα ισάξιό σου. Κι έτσι, ήρθατε εσείς. Μικρά πλάσματα, ασήμαντα θα έλεγε κανείς, σε ένα κόσμο που απλά γυρνά γύρω από ένα αστέρι, μέχρις ότου το αστέρι αυτό πεθάνει… και τότε, προς μεγάλη μου έκπληξη, είδα τα πλάσματα αυτά, που τα δημιούργησα από απλή περιέργεια, να αποκτούν αυτό που τόσο πολύ επιθυμούσα. Συντροφιά. Συνταξιδιώτες στο αιώνιο Τίποτα. Δε μπορείς να φανταστείς τη χαρά μου. Αλλά, έπρεπε να προσέξω. Δε μπορούσα να σας πλησιάσω. Η παρουσία μου ήταν… αφόρητη για το είδος σας… για όλα τα είδη, εδώ που τα λέμε. Οι πρώτοι άνθρωποι δε διώχθηκαν από κανένα Παράδεισο. Πέθαναν, απλά και μόνο επειδή τους πλησίασα, επειδή θέλησα κάτι που δε μπορούσα, δεν επιτρεπόταν να έχω.»

Αυτά ήταν… δάκρυα; Ο Θεός έκλαιγε; Ο Θεός απολογούταν σα μικρό παιδί που έκανε ζημιά; Ο Θεός ήταν μόνος; Τόσες πολλές απορίες, τόσο μεγάλες αποκαλύψεις… νόμιζε πως θα έσπαζε στα δυο.

«Ήθελα, ωστόσο, να είμαι κοντά σας… κι εδώ έρχεται ο θάνατος, που τόσο φοβάστε και μισείτε. Σαν άυλα πνεύματα, δε κινδυνεύετε από μένα. Δε καταστρέφεστε. Μπορείτε να είστε μαζί μου, κι εγώ με εσάς. Και δεν είμαι πια μόνος.»

«Και ποιοι είναι εδώ… μαζί σου;»

Ο Θεός χαμογέλασε. «Όλοι.»

«Και όσοι έκαναν φρικτά πράγματα σε άλλους;»

«Κι αυτοί. Σου φαίνεται παράξενο. Άλλωστε, όλες οι θρησκείες σας μιλούν για τιμωρίες από ένα δίκαιο Θεό. Για μεταθανάτια αποζημίωση. Γιατί σας απασχολεί τόσο πολύ αυτό το πράγμα;»

«Είναι δυνατόν να το ρωτάς αυτό; Ξεχνάς όλους αυτούς που διέπραξαν αίσχη κατά των άλλων ανθρώπων; Πως είναι δυνατόν να τους ανταμείβεις με την παρουσία σου;»

«Ανταμοιβή, αποζημίωση… τι σημασία έχουν; Νομίζεις πως αυτοί που λες περνούν καλά εδώ; Νομίζεις πως έχουν απαλλαγεί από το βάρος των πράξεών τους; Πως μπορούν να ησυχάσουν; Ω, να ήξερες πόσο με παρακαλούν να τους κάνω να ξεχάσουν… δε το κάνω. Ήξεραν τι έπρατταν. Ας περάσουν την αιώνια ζωή τους σκεπτόμενοι αυτά τα πράγματα. Το ήξερες ότι αρκετοί έχουν συγχωρεθεί;»

Έκπληξη ξανά. «Αλήθεια; Πως;»

«Από τους άλλους. Βλέπεις, το Τίποτα είναι πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα όχι άδειο πια. Ξέρω πως είναι αντίφαση, αλλά έτσι είναι. Όλες αυτές οι ζωές, τόσες και τόσες αιωνιότητες, τόσοι και τόσοι κόσμοι… πολλοί το είχαν ανάγκη, ξέρεις, να συγχωρέσουν. Να νιώσουν πως το μίσος δε κυρίεψε τις δικές τους ψυχές. Αυτοί είναι πραγματικά οι πιο ευτυχισμένοι.»

«Και γιατί αφήνεις να γίνονται όλα αυτά. Δε σε συγκινεί έστω και λίγο η αδικία; Γιατί μας έφτιαξες έτσι;»

Γιατί μιλούσε φυσιολογικά; Που πήγε ο θυμός, που πήγε η εκδίκηση; Τι συνέβαινε;

«Με συγκινεί… βαριά λέξη. Με ενδιαφέρει, σίγουρα, αλλά δε σας έφτιαξα για να σας κάνω μαριονέττες. Σας έφτιαξα για να είστε ελεύθεροι να επιλέξετε τι θα γίνετε. Κάτι που εγώ δεν είχα. Δεν επέλεξα να είμαι αυτός που είμαι. Εσείς μπορείτε να πλάσετε τον εαυτό σας, να γίνετε άγγελοι ή δαίμονες, αν αυτή η αναλογία σου αρέσει…»

«Υπάρχουν άγγελοι και δαίμονες;»

«Φυσικά, όπως υπάρχεις κι εσύ.»

«Και γιατί δε τους βλέπουμε;»

«Ζουν σε άλλο πλανήτη, μακριά από το δικό σας.»

«Και πως ξέρουμε εμείς γι’ αυτούς;»

«Όλα συνδέονται. Εκείνοι ξέρουν για εσάς. Είναι, ίσως, από τις λίγες παρεμβάσεις μου στον Υλικό Κόσμο, αφότου τον έφτιαξα: δεν ήθελα να νιώθετε μόνοι. Γι’ αυτό σας έδωσα τα όνειρα των άλλων, των μακρινών κόσμων.»

«Δηλαδή… μας αγαπάς.» Δεν ήταν ερώτηση, ήταν συμπέρασμα.

«Ναι. Σας αγαπώ. Και γι’ αυτό σας αφήνω ελεύθερους να πλάσετε τη μοίρα σας. Σκέψου το πιο απλά: ποιος γονιός θα έκοβε τα φτερά του παιδιού του;»

«Ξέρω πολλούς…»

«Το νόημα δεν είναι αυτό. Το νόημα είναι το τι θεωρείς σωστό εσύ. Εσύ θεωρείς σωστούς αυτούς τους γονείς;»

«Όχι βέβαια!»

«Άρα, οφείλεις να παλέψεις για το σωστό, όχι να διαμαρτύρεσαι για το λάθος. Το σκεφτήκατε ποτέ αυτό;»

«Μου φαίνεται πως δε ξέρεις την ιστορία μας…»

«Αλήθεια; Εντυπωσίασέ με. Δείξε μου την κατανόησή σας. Δείξε μου πως φέρατε, έστω και μια φορά, την αλλαγή στις ζωές σας, δίχως να βλάψετε ο ένας τον άλλο. Και κυρίως: δείξε μου τι κάνατε για να ανοίξετε τα μάτια αυτών που θεωρούσαν πως μπορούσαν να σας κάνουν ό,τι θέλουν.»

Κόμπιασε. Δεν είχε απάντηση.

«Και όλοι αυτοί που μιλούν στο όνομά σου…»

«Λογαριάζουν δίχως τον ξενοδόχο, για να χρησιμοποιήσω μια φράση σας. Δεν είπα εγώ ποτέ και σε κανένα να σκοτώνει στο όνομά μου. Ούτε να μη τρώτε κρέας τις Τετάρτες. Δεν είναι ανόητο; Δεν είπα τίποτα και αυτή είναι η αλήθεια. Σας άφησα να φτιάξετε τον κόσμο σας μόνοι σας.»

«Και όσα λένε για το Γιό σου…»

«Δεν έχω ένα γιό ή μια κόρη. Έχω αμέτρητα παιδιά.»

Εντυπωσιακό. Είχε έρθει εδώ με στόχο να πάρει τη θέση του Θεού και να φτιάξει τον ιδανικό κόσμο, όπου κανείς δε θα είχε πεθάνει, και να που τώρα είχε καθίσει και τον άκουγε, όπως άκουγε παλιά τα παραμύθια της γιαγιάς…

«Και πως πιστεύεις ότι θα ήταν ο ιδανικός σου κόσμος;»

Αιφνιδιάστηκε. «Ώστε ξέρεις.»

«Το είχαμε πει αυτό.»

«Ο ιδανικός μου κόσμος…»

«Ναι. Πως θα ήταν; Δίκαιος; Θα ήταν όλοι ευτυχισμένοι, σε όλους τους πλανήτες; Δίχως πολέμους, δίχως αρρώστιες, δίχως φανατισμό, δίχως κακία;¨»

«Πάνω – κάτω…», η αδύναμη απάντηση.

«Και πόσο θα σου έπαιρνε, μέχρι να σε κουράσει το να παίζεις μαριονέττες;»

«Τι εννοείς;»

«Στο ξανάπα. Δε σας ελέγχω. Σας αφήνω να είστε όπως θέλετε. Αν έπαιρνες το Σύμπαν στα χέρια σου, θα το έκανες μονότονο. Πόσο θα σου έπαιρνε να το νιώσεις;»

Δε το είχε σκεφτεί αυτό. Το μυαλό έφερνε άλλες εικόνες… μέρες ευτυχίας, μέρες δυστυχίας, μέρες πάθους και μέρες ανίας… τι είναι ο άνθρωπος, αν όχι το σύνολο των εμπειριών του; Σηκώθηκε.

«Νομίζω πως κατάλαβα… αλλά μου λείπει ακόμη.»

«Το ξέρω. Πάντα λείπουν αυτοί που αγαπάμε. Σε παρηγορεί το ότι δε χάθηκε τελείως;»

«Ναι. Ευχαριστώ…»

 

 

«Ξύπνα! Θα αργήσουμε! Σήκω, έχει περάσει η ώρα!»

Άνοιξε τα μάτια. Τα παιδιά… οι φίλοι, οι άνθρωποι που αγαπούσε. Ήταν όλοι εκεί και ήταν όλοι καλά.

«Άντε, τι κάνεις τόση ώρα; Έβλεπες όνειρο; Ήταν καλό;»

«Περίεργο…»

«Θα μου τα πεις στο λεωφορείο, αν το προλάβουμε! Σήκω ντε!»

Ένα όνειρο… αυτό ήταν όλο. Σηκώθηκε, με ένα αίσθημα χαρμολύπης. Παράξενο αίσθημα. Κι όμως, ένιωθε πως είχε πάρει απαντήσεις, κι ας μην ήταν αληθινές. Θα μάθαινε, στο τέλος. Για την ώρα, είχαν ένα λεωφορείο να προλάβουν.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s