Μόλις το βιβλίο κλείσει.

Και ποια ήταν δηλαδή η καλή συνέχεια; Που ήταν αυτό το αναθεματισμένο το “ζήσαν αυτοί καλά”; Αηδίες. Τα πάντα ήταν τόσο, μα τόσο βαρετά. Το παλάτι, οι χοροί, οι πλούσιοι άνθρωποι, ακόμη κι αυτός ο άνδρας της… Ανάθεμα την ώρα που έφυγα από το δάσος, σκεφτόταν συνεχώς.

Βλέπετε, αν και βασίλισσα, η καλή μας η Χιονάτη μόνο ευτυχισμένη δεν ήταν. Σίγουρα, είχε ξεφορτωθεί την κακιασμένη τη μητριά της, ναι είχε αποκτήσει ένα καλό σύζυγο και ασφαλώς δε παραπονιόταν που μπορούσε πλέον να κάνει μπάνιο μόνη της, αλλά…

Όλα ήταν ρόδινα τον πρώτο καιρό. Το παλάτι ήταν πλέον δικό της, είχε υπηρέτες που έτρεχαν να της πραγματοποιήσουν κάθε επιθυμία, πλούτο να φαν’ και οι κότες. Δε της πήρε όμως πολύ καιρό να καταλάβει πως δε θα ζούσε πλέον ξένοιαστα. Ο πρίγκιπας… καλός ναι μεν, μα πολύ γυναικάς! Κι εκείνη σαν καλή και πιστή σύζυγος, όφειλε να μη γκρινιάζει, να μη παραπονιέται… άσε το ότι ήταν τελείως χαζός! Νόμιζε, ο ηλίθιος, πως εκείνη δεν είχε ιδέα για τις πομπές του. Οι δικαιολογίες του; Η μια πιο τερατώδης από την άλλη! Και σπάταλος… και στα συζυγικά καθήκοντα, επιεικώς απαράδεκτος!

Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από εκείνο το καταραμένο φιλί που την ξύπνησε από το θάνατο. Τόσα χρόνια μετά, κανένας από τους Νάνους δεν είχε φανεί. Δεν είχε νέα τους. Κι εκείνος της είχε απαγορεύσει να βγαίνει από το παλάτι δίχως τη συνοδεία του. Κάτι είχε ακούσει, από τα σκόρπια κουτσομπολιά που πετούσαν μέσα στους διαδρόμους του παλατιού, πως ο άνδρας της τους ζήλευε και δε τους ήθελε κοντά της. Πόσο μεγαλύτερη ειρωνεία πια; Ή μήπως νόμιζε, ο αχαΐρευτος, ότι εκείνη δε γνώριζε για τη Σταχτοπούτα; Είχε βαρεθεί να βλέπει την κουτσουλιά των περιστεριών να γεμίζει τα παράθυρα, τόσο συχνά αντάλλασσαν μηνύματα.

Θα μου πείτε: “Ναι, αλλά ήταν βασίλισσα και κολυμπούσε στο χρήμα! Σιγά να μη τη λυπηθώ!” Και τι να το έκανε; Μήπως τα έτρωγε και πουθενά τα λεφτά της; Ή μήπως νομίζετε πως είχε λόγο στα του παλατιού; Σας ξεφεύγει μήπως το ότι μιλάμε για χρόνια, στα οποία το “γυναίκες = άνδρες” θα ακουγόταν το λιγότερο αστείο;

Τίποτα δεν είχε η Χιονάτη μας, κι ας είχε περισσότερα από κάθε άλλη στο βασίλειο (όπως, φερ’ ειπείν, καθαρή τουαλέτα). Τίποτα δε της έλεγαν πλέον τα λεφτά και τα παλάτια. Οι Νάνοι της έλειπαν περισσότερο από ποτέ. Τι κι αν ζούσαν σε ένα δωμάτιο όλοι μαζί; Τι κι αν έπρεπε να μαγειρεύει μόνη για οκτώ άτομα; Τουλάχιστον τότε έκανε κάτι! Τώρα; Τώρα, το μόνο που έκανε, ήταν να μη χωράει στα φορέματα.

Και τα παιδιά τους με το βασιλιά; Ποια παιδιά, σας ρωτώ. Εκείνος έλεγε πάντα: “είμαστε μικροί ακόμη, τι τα θέλουμε τα κουτσούβελα;”. Ο μορφονιός, η ψωνάρα, που δε του πήγαινε το “daddy’s look” και η φαλάκρα (δικά του λόγια) κι ένιωθε ακόμη και τώρα παιδαρέλι. Αχ και να ήξερε τι του έσερναν οι υπηρέτες…

Η Χιονάτη μας πέθανε σε σχετικά μικρή ηλικία, αλλά αυτό δε πρέπει να σας παραξενεύει, μιας και τα εμβόλια ήταν ανήκουστα για την εποχή. Ο βασιλιάς έζησε αρκετά χρόνια αργότερα, ξαναπαντρεύτηκε και χρεοκόπησε. Στην κηδεία του δε πήγε ούτε η γυναίκα του. Οι Νάνοι, μόλις έμαθαν ότι η Χιονάτη πέθανε, μπήκαν στον κόπο να στείλουν λουλούδια, τα οποία δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Κι έτσι, καλά μου παιδιά, αφήστε τα “έζησαν αυτοί καλά” στα παραμύθια, γιατί κανείς δε σας λέει ποτέ τι γίνεται μόλις το βιβλίο κλείσει.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s